Της Πηνελόπης Γκάλιου

Με το “νήμα” της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης για την υπόθεση των υποκλοπών να έχει ήδη κοπεί κατά τη συνεδρίαση της Διάσκεψης των Προέδρων, η κυβερνητική πλειοψηφία επιμένει στη στρατηγική της διαλεύκανσης της υπόθεσης με όλα τα “θεσμικά εργαλεία” που διαθέτει η Βουλή.

Σταθερή την πολιτική που χάραξε από την πρώτη στιγμή των αποκαλύψεων η κυβερνητική πλειοψηφία λέει “ναι” στη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής, προσθέτοντας, όμως, την οπτική η έρευνα να επεκταθεί σε βάθος χρόνου, ώστε να αντιμετωπιστούν διαχρονικές παθογένειες.

Στο πλαίσιο αυτό και μετά το αίτημα που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, ζητώντας να διερευνηθούν η νόμιμη επισύνδεση του τηλεφώνου του  Νίκου Ανδρουλάκη καθώς και η απόπειρα παγίδευσής του με το κακόβουλο λογισμικό predator, η θέση της Κυβέρνησης στο αίτημα αυτό  είναι ξεκάθαρη. Όπως είχε τονίσει ο πρωθυπουργός από την πρώτη στιγμή, είναι υπέρ της διερεύνησης όσων αφορούν  στην επισύνδεση του τηλεφώνου του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη στο πλαίσιο που προβλέπει ο νόμος και ο κανονισμός της Βουλής. Είναι επίσης υπέρ της διερεύνησης της λειτουργίας στην Ελλάδα, κακόβουλων λογισμικών, στο πλαίσιο της διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, παρότι -όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί- ουδεμία σχέση έχουν κρατικές υπηρεσίες με αυτά. 

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, πεποίθηση του Μεγάρου Μαξίμου είναι ότι παράλληλα με την διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης, μια Εξεταστική Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών ασφαλείας σε βάθος χρόνου, ώστε να αντιμετωπιστούν διαχρονικές παθογένειες και να διατυπωθούν βελτιωτικές προτάσεις για το μέλλον. Όπως τόνιζαν μάλιστα, η κυβέρνηση λέει “ναι” στη διερεύνηση του παρόντος, αλλά να εξεταστεί και το παρελθόν ώστε στο μέλλον να μην παρατηρηθούν ανάλογα προβλήματα και οι υπηρεσίες να διαδραματίζουν τον σημαντικό ρόλο τους στην προστασία της εθνικής ασφάλειας, τηρώντας αυστηρά τους κανόνες του κράτους δικαίου. Στόχος, “η Εξεταστική Επιτροπή να μην αποτελέσει πεδίο στείρας πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά να παραγάγει ουσιαστικό αποτέλεσμα για τη χώρα”, σχολίαζαν χαρακτηριστικά. 

 Απαντώντας δε, στην κριτική που ασκείται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ για την τοποθέτηση του νέου διοικητή της ΕΥΠ, του διπλωμάτη Θεμιστοκλή Δεμίρη, αλλά και στις υποδείξεις της Κουμουνδούρου – όπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές- στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στην ανεξάρτητη Δικαιοσύνη για το πώς θα κάνει τη δουλειά της, η κυβέρνηση “δείχνει” τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, την ώρα που “τον ΣΥΡΙΖΑ το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πλήξει με οποιοδήποτε τρόπο την Κυβέρνηση”.

Στο πλαίσιο αυτό μετά τη Διάσκεψη των Προέδρων ορίστηκε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα διαδικασιών, αρχής γενομένης με την συνεδρίαση που ορίστηκε για αύριο, Τετάρτη, και αφορά την ακρόαση για τον διορισμό του νέου διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη από την επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Το πολιτικό θερμόμετρο, ωστόσο, αναμένεται να ανέβει κατακόρυφα στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση που θα ακολουθήσει την Παρασκευή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, μετά από το σχετικό αίτημα που υπέβαλε ο Αλέξης Τσίπρας, όπου οι αρχηγοί των κομμάτων θα ξεδιπλώσουν τη στρατηγική που θα ακολουθήσουν στις μετέπειτα, μακρόσυρτες διαδικασίες που θα ακολουθήσουν κατά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της υπόθεσης των υποκλοπών. Άλλωστε, την ερχόμενη Δευτέρα θα διεξαχθεί και η συνεδρίαση Ολομέλειας επί του αιτήματος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.

Ερώτημα μέχρι στιγμής παραμένει κατά πόσο η κυβέρνηση θα βρει “ευήκοα ώτα” για τη διεύρυνση της περιόδου διερεύνησης των παρακολουθήσεων, με το Μέγαρο Μαξίμου να τονίζει ότι καλό θα ήταν να υπάρξει συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων. Στόχος εξάλλου είναι να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση προκειμένου  η επιτροπή να μπορεί  ερευνήσει περιστατικά, που ενδεχόμενως έχουν συμβεί σε ένα βάθος ικανό χρόνου και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αντλήσει χρήσιμα συμπεράσματα για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου. Σε περίπτωση, ωστόσο, που δεν επιτευχθεί η επιδιωκόμενη συναίνεση, δεν αποκλείεται , μετά τη συγκρότηση της Εξεταστικής Επιτροπής και κατά τη διάρκεια των εργασιών της, τα μέλη της επιτροπής να κληθούν να αποφασίσουν με βάση τα στοιχεία που θα προκύψουν, αν απαιτείται περαιτέρω διεύρυνση και σε ένα βάθος  χρόνου ή όχι.